Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Οδηγούμε το Kia Stonic 1.0T MHEV 7DCT 115 PS

Ανανέωση που εγγυάται την παραμονή στην κορυφή των B-SUV

 Κείμενο: Νίκος Τσάδαρης

Το πρόσφατα ανανεωμένο Kia Stonic δεν προσπαθεί να πείσει ότι έγινε ξαφνικά ένα εντελώς καινούργιο αυτοκίνητο. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι προσόν παρά μειονέκτημα. Οι σχεδιαστές και μηχανικοί της Kia πήραν ένα ήδη δοκιμασμένο B-SUV και επενέβησαν εκεί ακριβώς όπου χρειαζόταν: στην εμφάνιση, στην τεχνολογία και στην καθημερινή λειτουργικότητα, κρατώντας αναλλοίωτη τη βασική φιλοσοφία του μοντέλου.

Κάπως έτσι, το ιδιαίτερα δημοφιλές και value for money Stonic, απέκτησε σαφώς πιο σύγχρονη και πιο εντυπωσιακή σχεδιαστική ταυτότητα. Οι εξωτερικές παρεμβάσεις έχουν επηρεάσει κυρίως το εμπρός μέρος, με νέα φωτιστικά σώματα και προφυλακτήρα, ενώ πίσω, η σχεδίαση των φώτων και οι μικρές λεπτομέρειες προσθέτουν τη σύγχρονη «πινελιά» που έλειπε από το προηγούμενο μοντέλο. Η εικόνα συμπληρώνεται από νέα σχεδίαση των ζαντών 16 ή 17 ιντσών.
Το αποτέλεσμα δεν είναι ένα αυτοκίνητο που με σχεδιαστικές ακρότητες προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή, αλλά ένα όχημα με έντονη προσωπικότητα, κάτι όχι αυτονόητο πλέον στην κατηγορία των B-SUV.

Εκσυγχρονισμένο & λειτουργικό εσωτερικό


Στο εσωτερικό η εικόνα είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, καθώς η ψηφιακή αναβάθμιση είναι εμφανής, με σύγχρονο περιβάλλον χειρισμού και περισσότερη τεχνολογία, χωρίς όμως ένα υπερβολικά περίπλοκο cockpit. Το Stonic παραμένει ένα αυτοκίνητο που το «καταλαβαίνεις» γρήγορα και το χρησιμοποιείς εύκολα.

Η σωστή θέση οδήγησης προσαρμόζεται στις ανάγκες διαφορετικών σωματότυπων οδηγών και τα χειριστήρια βρίσκονται εκεί όπου περιμένεις να τα βρεις, ενώ η γενικότερη εργονομία (και η περιφερειακή ορατότητα) είναι από τα δυνατά σημεία της καμπίνας. Επίσης, η Kia δεν έχει παρασυρθεί ολοκληρωτικά από τη μόδα «όλα στην οθόνη» και έτσι υπάρχουν φυσικά χειριστήρια/διακόπτες για βασικές λειτουργίες, γεγονός που εκτιμάς ιδιαίτερα όταν οδηγείς και δεν θέλεις να ψάχνεις υπομενού για να ρυθμίσεις π.χ. τον κλιματισμό.

Βέβαια, ο ψηφιακός χαρακτήρας του ανανεωμένου Stonic είναι σαφής, με τις δύο οθόνες 12,3 ιντσών, μία για τον πίνακα οργάνων και μία για το infotainment, σε ενιαία διάταξη, με ευανάγνωστα γραφικά και λογική λειτουργίας που δεν απαιτεί ιδιαίτερη εξοικείωση. Δυστυχώς, στην έκδοση που οδηγήσαμε δεν υπήρχε ασύρματη σύνδεση με τα «έξυπνα» τηλέφωνα, αξεσουάρ που πρέπει να είναι εκ των ων ουκ άνευ στην εποχή μας. Αναβαθμισμένα είναι και τα συστήματα υποστήριξης του οδηγού που αποδεικνύονται ιδιαίτερα παρεμβατικά στην καθημερινότητα, ενώ η διαδικασία απενεργοποίησής τους δεν είναι εύκολη, καθώς απαιτεί αρκετή δουλειά στα μενού.

Στους χώρους, το Stonic βρίσκεται μέσα στον μέσο όρο της κατηγορίας, όντας ακριβώς ίδιο με την προηγούμενη έκδοση, παρά το ότι το μήκος έχει αυξηθεί κατά 25 χιλιοστά, λόγω της αύξησης του εμπρός προβόλου και μόνο. Εμπρός δύο ενήλικες θα βολευτούν χωρίς προβλήματα, ενώ πίσω οι διαθέσιμοι χώροι είναι επαρκείς για άλλους δύο και με πολύ στρίμωγμα για ένα ακόμα. Το πορτμπαγκάζ πρακτικό και επαρκές για τις καθημερινές μετακινήσεις, παραμένει όμως στα 352 λίτρα (με αναδίπλωση των καθισμάτων φθάνει στα 1.155 λτ) και σίγουρα δεν αποτελεί σημείο αναφοράς για την κατηγορία, ενώ και πάλι δεν διαθέτει ρεζέρβα.

Η καμπίνα κυριαρχείται από σκληρά πλαστικά και ύφασμα, τοποθετημένα με άψογη συναρμογή, ενώ η γενική εικόνα κάνει φανερό ότι, η Kia έχει δώσει προτεραιότητα στην αντοχή και στο κόστος, έναντι της πολυτέλειας. Εκεί τελικά βρίσκεται και η ουσία του εσωτερικού. Το Stonic δεν προσπαθεί να σε κερδίσει με εντυπωσιασμούς. Σε κερδίζει με την ευκολία χρήσης, την καλή εργονομία και την αίσθηση ότι, όλα είναι φτιαγμένα για να λειτουργούν καθημερινά. Θα μπορούσε να έχει περισσότερη φινέτσα και καλύτερα υλικά σε ορισμένα σημεία, όμως δύσκολα θα βρεις κάτι πραγματικά ενοχλητικό. Και αυτό, σε ένα αυτοκίνητο που προορίζεται να ζήσει μαζί σου καθημερινά, έχει τη δική του αξία.

Κινητήρας & Μετάδοση, τόσο όσο


Κάτω από το καπό βρίσκεται ο 3κύλινδρος, τούρμπο, βενζινοκινητήρας 1.0 T-GDi, απόδοσης 115 ίππων, με ήπιο υβριδικό σύστημα 48V και ήσυχη λειτουργία που δεν προδίδει εύκολα τον μονό αριθμό κυλίνδρων. Η ιπποδύναμη έχει αυξηθεί κατά 15 ίππους, αλλά η ροπή παραμένει στα 200 Nm, που όμως είναι διαθέσιμη από χαμηλά (2.000 στροφές) και παραμένει στα ίδια επίπεδα μέχρι και τις 3.000 στροφές (500 περισσότερες από την προηγούμενη έκδοση).

Με απλά λόγια, το νέο 115άρι δεν είναι απλώς ένα 100άρι με λίγο περισσότερο γκάζι, αλλά έχει ευρύτερη περιοχή λειτουργίας της μέγιστης ροπής και περισσότερη ισχύ ψηλά. Έτσι το νέο Stonic είναι πιο πρόθυμο στην επιτάχυνση από μεσαίες και κυρίως υψηλότερες στροφές, ενώ σε προσπεράσεις και ανηφόρες το αυτόματο κιβώτιο 7DCT (μεταφέρει την κίνηση στους εμπρός τροχούς) έχει μεγαλύτερο περιθώριο να αξιοποιήσει την ισχύ, που διαφοροποιείται ανάλογα με το προφίλ (eco, normal, sport) που επιλέγει ο οδηγός.

Το υβριδικό σύστημα 48V λειτουργεί κυρίως υποστηρικτικά, καθώς η ηλεκτρογεννήτρια βοηθά στις εκκινήσεις και στο ρολάρισμα, ενώ στο πρόγραμμα Eco ενεργοποιείται η λειτουργία coasting, με το κιβώτιο να «αποσυμπλέκεται» όταν αφήνεις το γκάζι, ώστε να μειωθεί η κατανάλωση.

Επιπλέον, ο συνδυασμός κινητήρα/κιβωτίου αποδεικνύεται το δυνατότερο σημείο του αυτοκινήτου, καθώς το 7DCT αλλάζει σχέσεις (αλλάζουν και χειροκίνητα από τον μοχλό στην βάση της κονσόλας) γρήγορα και πολιτισμένα, ενώ ο μικρός turbo κινητήρας έχει αρκετή ελαστικότητα ώστε να κινεί το βάρους σχεδόν 1.300 κιλών όχημα χωρίς να πνίγεται.

Ιδιαίτερα βελτιωμένες είναι και οι επιδόσεις, τόσο στην από στάση επιτάχυνση στα 100 χλμ/ώρα (10.7΄΄ αντί των 12.4΄΄), όσο και στην τελική ταχύτητα (182 αντί 176 χλμ/ώρα). Όμως, αισθητή διαφορά σημειώνεται και στις ενδιάμεσες επιταχύνσεις όπου το νέο Stonic αποδεικνύεται 0.7΄΄ πιο γρήγορο στους βασικούς τομείς (60-100 χλμ & 80-120 χλμ με Kickdown). Η διαφορά δεν μεταμορφώνει το B-SUV σε GTI, αλλά αυτό αποκτά εκείνη την επιπλέον ανάσα που έλειπε από το 100 ίππων, κυρίως όταν η προσπέραση απαιτεί αποφασιστικό πάτημα του γκαζιού.

Τέλος, η κατανάλωση είναι ακριβώς ίδια (5,4 λτ/100χλμ) με βάση τους ισχυρισμούς της εταιρίας, αλλά η μέση τιμή της δοκιμής μας ήταν στα 6,3 λίτρα, με όχι ιδιαίτερη πίεση του κινητήρα, επίδοση που εξασφαλίζει αυτονομία περίπου 700 χιλιομέτρων.

Από τη θέση του οδηγού

Το πρώτο πράγμα που αντιλήφθηκα οδηγώντας το αυτόματο, ανανεωμένο Stonic 1.0 T-GDi είναι ότι, πρόκειται για ένα αυτοκίνητο που δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με τεχνάσματα. Δεν έχει θεαματικές επιταχύνσεις ούτε εκείνη τη νευρικότητα που ορισμένα μικρά turbo χρησιμοποιούν για να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση των επιδόσεων. Αντίθετα, κινείται με άνεση, ελάχιστους θορύβους, έλλειψη κραδασμών και ιδιαίτερη ευελιξία στην πόλη, όντας ικανό να τα καταφέρει το ίδιο καλά και στο ταξίδι.

Ο 3κύλινδρος κινητήρας 1.0 T-GDi των 115 ίππων έχει περισσότερη ζωντάνια απ’ όση υποδηλώνουν τα 1.000 κυβικά του και τα 200 Nm ροπής είναι αυτά που κάνουν τη διαφορά, καθώς δίνουν στο Stonic αξιοπρεπή ελαστικότητα και περιορίζουν την ανάγκη για συνεχείς αλλαγές σχέσεων. Εδώ ακριβώς μπαίνει στην εξίσωση το 7άρι αυτόματο κιβώτιο. Όταν κινείσαι χαλαρά, λειτουργεί σχεδόν αθόρυβα και διακριτικά. Όταν όμως ζητήσεις περισσότερα, κατεβάζει σχέσεις γρήγορα και αποφασιστικά, κρατώντας τον κινητήρα στο ωφέλιμο φάσμα λειτουργίας του.

Σε καμία περίπτωση δεν θα χαρακτήριζα το νέο Stonic, σπορ. Θα ήταν υπερβολή. Είναι όμως ένα αυτοκίνητο που μπορεί να οδηγηθεί γρήγορα χωρίς να σε κάνει να αισθάνεσαι ότι παλεύεις μαζί του. Το τιμόνι έχει ικανοποιητικό βάρος και, κυρίως, μια λογική αίσθηση γύρω από τη θέση της ευθείας. Επίσης, στις γρήγορες καμπές το Stonic παραμένει σταθερό, οι κλίσεις του αμαξώματος είναι απολύτως ελεγχόμενες και η ουρά δεν εμφανίζει απρόβλεπτες αντιδράσεις όταν αφήσεις απότομα το γκάζι.

Εκεί όμως που εκτιμάς πραγματικά το συγκεκριμένο όχημα, είναι στους ελληνικούς δρόμους. Η ανάρτηση έχει να αντιμετωπίσει λακκούβες, εγκάρσιες ανωμαλίες και πρόχειρες ασφαλτοστρώσεις και, παρά τα σχετικά σφιχτά χαρακτηριστικά της, δεν μετατρέπει κάθε κακοτεχνία σε χτύπημα μέσα στην καμπίνα, όντας περισσότερο σφιχτή παρά μαλακή, γεγονός που λειτουργεί υπέρ του ελέγχου του αμαξώματος. Σε ορεινή διαδρομή, το Stonic αποκτά οδηγικό ενδιαφέρον. Δεν σε προκαλεί να το οδηγήσεις στα όρια, σου επιτρέπει όμως να κινηθείς γρήγορα και με ακρίβεια. Το εμπρός μέρος υπακούει άμεσα στις εντολές του οδηγού, ενώ η πρόσφυση παραμένει προβλέψιμη. Βέβαια, αν πιέσεις περισσότερο, θα εμφανίσει την αναμενόμενη υποστροφή, χωρίς όμως να σε αιφνιδιάσει. Σε απότομες αλλαγές πορείας ο πίσω άξονας αντιδρά αναγκάζοντας το ESP να επέμβει, κάνοντας ξεκάθαρο ότι η κατασκευή δίνει έμφαση στην ασφάλεια και την ευκολία οδήγησης, όχι στη σπορ αίσθηση.

Επιπλέον, τα φρένα, έχουν καλή αίσθηση στο πεντάλ, δυνατή επιβράδυνση και αποδεικνύονται ανθεκτικά μετά από συνεχόμενη πίεση, ενισχύοντας την αίσθηση ασφάλειας που συνολικά αποπνέει το αυτοκίνητο.

Όμως, η ειδικότητα του Stonic είναι η καθημερινότητα. Ευέλικτο, με καλή ορατότητα, συμπαγείς διαστάσεις και ανάρτηση που ισορροπεί ανάμεσα στην άνεση και στον έλεγχο του αμαξώματος. Δεν είναι το όχημα που θα αναζητήσεις για να κυνηγήσεις στροφές, ούτε υποδύεται μια σπορ κατασκευή. Είναι όμως τίμιο, προβλέψιμο, ευέλικτο και σταθερό, ενώ παραμένει πολιτισμένο και ξεκούραστο σε κάθε είδους διαδρομή.

Δια ταύτα

Το Stonic 1.0 7DCT δεν είναι αυτοκίνητο για να κυνηγήσεις το χρονόμετρο. Είναι όμως, το αυτοκίνητο που σε κερδίζει από την πρώτη στιγμή, επειδή κάνει σχεδόν όλα όσα του ζητάς χωρίς περιττές φιοριτούρες, κάτι που στην καθημερινότητα μετράει περισσότερο από μερικά δέκατα στο 0-100. Επίσης, δεν είναι το αυτοκίνητο που θα αγοράσεις για να εντυπωσιάσεις τους γείτονες. Είναι, όμως, ένα από τα B-SUV που αποδεικνύουν ότι, η πραγματική αξία ενός αυτοκινήτου βρίσκεται κυρίως στην καθημερινή συμβίωση. Οι όποιες αδυναμίες του είναι κυρίως εκεί που περιμένεις, δηλαδή τα υλικά της καμπίνας που δεν εντυπωσιάζουν, οι μέτριοι χώροι αποσκευών και οι επιδόσεις που δεν θα συγκινήσουν τον απαιτητικό οδηγό.

Προσωπικά θεωρώ ότι, το facelift πέτυχε τον στόχο του, καθώς το δημοφιλές Κορεάτικο SUV δείχνει πολύ πιο σύγχρονο, τεχνολογικά πλήρες και αισθητικά πιο κοντά στη νέα εποχή της μάρκας, στοιχεία που κατά πάσα βεβαιότητα θα το διατηρήσουν ψηλά στην εμπορική κατάταξη της κατηγορίας του.

Τέλος, η τιμή «από» (22.390 €) παραμένει κοντά στο value for money της κατηγορίας, αλλά τα 28.690 € του GT – Line που οδήγησα απευθύνεται στους φανατικούς του μοντέλου. Σε όλες τις περιπτώσεις, πρόσθετη αξία έχει η 7ετής εγγύηση, το after sales του Ομίλου Βασιλάκη και τα χαμηλά τέλη κυκλοφορίας μαζί με την ελεύθερη κίνηση στον δακτύλιο.

Υπέρ
Σχεδίαση
Εσωτερικός διάκοσμος – Εξοπλισμός
Ποιότητα συναρμογής
Χώροι επιβατών/Πρακτικότητα
Οδική συμπεριφορά
Ευελιξία
Συνδυασμός κινητήρα/κιβωτίου
Απόδοση
Κατανάλωση
Τιμή βασικής έκδοσης/Εγγύηση
Χαμηλά τέλη/Ελεύθερη κίνηση στον δακτύλιο

Κατά
Μικρός χώρος αποσκευών
Έλλειψη ρεζέρβας

Τεχνικά Χαρακτηριστικά
Κατηγορία: 5θυρο, 5θέσιο, Β-SUV
Διαστάσεις: 4.170 x 1.760 x 1.520 χιλ.
Μεταξόνιο: 2.580 χλστ
Απόσταση από το έδαφος: 183 χλστ
Χώρος αποσκευών: 352/1.155 λτ
Ρεζερβουάρ καυσίμων: 45 λτ
Βάρος: 1.288 κιλά
Κινητήρας: (Euro 6e bis) βενζίνης, 3κυλ, 12βάλβ, τούρμπο, 998 κ.εκ.
Ισχύς: 115 ίπποι/6.000 σαλ
Ροπή: 200 Nm/2.000 – 3.000σαλ
Υβριδικό σύστημα: Ηλεκτρογεννήτρια με ιμάντα 48V
Μπαταρία: ιόντων λιθίου, 0,44kWh
Μετάδοση: Στους εμπρός τροχούς
Κιβώτιο ταχυτήτων: Αυτόματο κιβώτιο διπλού συμπλέκτη, 7 σχέσεων (7DCT)
Ανάρτηση: Εμπρός Γόνατα McPherson / Πίσω ημιάκαμπτος άξονας
Τροχοί: 205/55/17
Φρένα: Εμπρός Αεριζόμενοι Δίσκοι / Πίσω Δίσκοι
Σύστημα διεύθυνσης: Ηλεκτρική Υποβοήθηση, με κύκλο στροφής 10,4 μ.
Επιτάχυνση 0-100 χλμ/ώρα: 10.7΄΄
Τελική ταχύτητα: 182 χλμ/ώρα
Κατανάλωση (δοκιμής): 6,3 λτ/100χλμ (κατασκευαστή 5,6 λτ)
Μέσος όρος εκπομπών CO2 (WLTP): 125 γρ/χλμ
Τιμή: Από 22.390 € (αυτ/του δοκιμής)
Εγγύηση: 7 χρόνια εργοστασιακή εγγύηση / ή 150.000 χλμ.









Πηγή: newsbeast.gr







Σχόλια